12/3/12

Η Ελλάδα πρέπει να αυξήσει επειγόντως τα επιτόκιά της

 Αυτές τις μέρες έχουμε την πρώτη ντε φάκτο χρεοκοπία μιας χώρας που αναγνωρίζεται ως ‘αναπτυγμένη’, με τους πιστωτές του ιδιωτικού τομέα να δέχονται ‘εθελοντικά’ ένα κούρεμα των απαιτήσεών τους από την ελληνική κυβέρνηση που ξεπερνά το 50%. Αν το PSI  ολοκληρωθεί επιτυχώς, η Ελλάδα θα χρωστά πλέον πολύ λιγότερα στους ιδιώτες ξένους πιστωτές.

Η Ελλάδα επίσης αποδέχτηκε ακόμη πιο αυστηρούς στόχους για το δημόσιο προϋπολογισμό της και σε αντάλλαγμα θα λάβει οικονομική συνδρομή άνω των 100 δις ευρώ. Ο στόχος του συνολικού πακέτου είναι αφενός να αποτραπεί η ολοκληρωτική ελληνική χρεοκοπία και αφετέρου να έχει η χώρα το χρόνο να ολοκληρώσει τη δημοσιονομική της προσαρμογή χωρίς να κλονισθούν καίρια οι χρηματοπιστωτικές αγορές. Αλλά η προσέγγιση αυτή – το κούρεμα του χρέους του ιδιωτικού τομέα συν η δημοσιονομική προσαρμογή – δεν πρόκειται να έχει αποτελέσματα από μόνη της.

Κι αυτό γιατί με την εξέλιξη της κρίσης αλλάζουν και τα βασικά προβλήματα της Ελλάδας. Σήμερα το πραγματικό πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι πια το δημόσιο έλλειμμα, αλλά ο συνδυασμός της φυγής των ελληνικών καταθέσεων στο εξωτερικό και της συνεχιζόμενης υπερβολικής κατανάλωσης του ιδιωτικού τομέα που για 10 χρόνια συνήθισε να δαπανά περισσότερα απ’ όσα κέρδιζε. Αυτή η υπερκατανάλωση μέχρι στιγμής χρηματοδοτούνταν από την κυβέρνηση και κατά συνέπεια το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού χρέους της χώρας περιλαμβάνει υποχρεώσεις του δημοσίου τομέα.

Η επίσημη γραμμή της τρόικας που εποπτεύει το ελληνικό πρόγραμμα είναι ότι η υπερκατανάλωση της Ελλάδας θα σταματήσει όταν η κυβέρνηση χαλιναγωγήσει τις δημόσιες δαπάνες και αυξήσει σημαντικά τους φόρους. Να όμως που δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ο ελληνικός πληθυσμός συνήθισε να καταναλώνει πάνω από τα μέσα του και συνεχίζει να το κάνει επειδή αντιμετωπίζει αυτό που ο Ούγγρος οικονομολόγος Γιάνος Κόρναϊ, αναλύοντας κάποτε τις αποτυχίες του σοσιαλισμού, αποκάλεσε ‘περιορισμός του ήπιου προϋπολογισμού’. Όταν τα ελληνικά νοικοκυριά πρέπει να πληρώσουν υψηλότερους φόρους, έχουν τη δυνατότητα να τους καλύψουν αποσύροντας κεφάλαια από τις καταθέσεις τους και να συνεχίσουν να δαπανούν όπως πριν. Γι’ αυτό παρά το μεγάλο μέγεθος της δημοσιονομικής προσαρμογής, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας παραμένει κοντά στο 10% του ΑΕΠ.

Επιπλέον, οι καταθέτες αποσύρουν διαρκώς κεφάλαια από τις ελληνικές τράπεζες και τα βγάζουν στο εξωτερικό. Υπάρχουν αρκετές διαφορετικές εκτιμήσεις, αλλά το πιθανότερο είναι ότι το ποσό των χρημάτων που έχουν βγει έξω είναι γύρω στα 50 δις ευρώ – που ισοδυναμούν με το 25% του ΑΕΠ.
Όλα αυτά όμως δεν μπορούν να συνεχιστούν διότι δεν υπάρχει περίπτωση η Ελλάδα να ξανακερδίσει την πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές αν δεν περιορίσει το εξωτερικό  της έλλειμμα και δεν σταματήσει η φυγή καταθέσεων.

Δυστυχώς, ελάχιστα είναι τα κίνητρα για τη διατήρηση καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες  Οι ελληνικές τράπεζες σήμερα δίνουν στους καταθέτες τους επιτόκιο περί το 2,7%. Το οποίο αν και είναι καλύτερο από το μηδενικό επιτόκιο των γερμανικών τραπεζών, εν τούτοις είναι απελπιστικά μικρό, με δεδομένο τον καθ’ όλα πραγματικό κίνδυνο της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη που θα επιφέρει την απώλεια της αξίας των ελληνικών καταθέσεων.

Κατά συνέπεια πρέπει να αυξηθούν σημαντικότατα τα επιτόκια προκειμένου να δοθεί κίνητρο στους Έλληνες αποταμιευτές να διατηρήσουν τις καταθέσεις τους στη χώρα και να σταματήσει η αιμορραγία από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Και παράλληλα πρέπει να αυξηθεί το κόστος της χρηματοδότησης των επιπλέον δαπανών – διαφορετικά το εξωτερικό έλλειμμα θα παραμείνει.

Αλλά και το κόστος της πίστωσης για τον ελληνικό ιδιωτικό τομέα παραμένει εκπληκτικά χαμηλό  για μια οικονομία που έχει αποκλειστεί ολοκληρωτικά από τις ξένες κεφαλαιαγορές και που η κυβέρνησή της δεν μπορεί να αντλήσει ιδιωτικά κεφάλαια με κανέναν όρο. Το μέσο κόστος των νέων δανείων για τα ελληνικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις βρίσκεται σήμερα στο 6%-7%. Δεν είναι χαμηλό αλλά βρίσκεται μόλις κάποιες ποσοστιαίες μονάδες ψηλότερα από της Γερμανίας. Κι αυτό πρέπει να αλλάξει.

Η Εσθονία που πριν την κρίση είχε πολύ μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, δίνει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα. Εκεί όταν ξέσπασε η κρίση, το κόστος δανεισμού για τα νέα δάνεια ξεπέρασε το 40% κι αυτό οδήγησε σε μια πολύ ισχυρή προσαρμογή στην εσωτερική κατανάλωση. Και η ισχυρή προσαρμογή της εγχώριας κατανάλωσης μετέτρεψε γρήγορα το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σε πλεόνασμα και το αξιόχρεο της χώρας ποτέ δεν αμφισβητήθηκε.

Γιατί η Ελλάδα έχει τόσο χαμηλά επιτόκια; Η απάντηση είναι απλή: οι ελληνικές τράπεζες έχουν ακόμη πρόσβαση στη χρηματοδότηση της ΕΚΤ με πολύ χαμηλά επιτόκια 1%-3%. Όσο όμως συνεχίζεται η ροή του φτηνού χρήματος τόσο θα συνεχίζεται και η έξοδος των κεφαλαίων. Και έτσι δεν θα υπάρξει προσαρμογή στην κατανάλωση.

Κι αυτός είναι ο λόγος που το υπάρχον πρόγραμμα προσαρμογής δεν αρκεί, ακόμα και αν η ελληνική κυβέρνηση εφαρμόσει όλους τους όρους των ευρωπαϊκών προγραμμάτων της. Αν δεν γίνει κάτι για να σταματήσει η φυγή των κεφαλαίων και να περιοριστεί η εγχώρια εσωτερική κατανάλωση, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τη χρηματοδότηση της κεντρικής τράπεζας. Αλλά η ΕΚΤ έχει ήδη δώσει 120 δις ευρώ στις ελληνικές τράπεζες και δεν μπορεί να αυξήσει άλλο την έκθεση της σε μια χώρα που βρίσκεται υπό χρεοκοπία.

Απαιτείται λοιπόν μια μεγάλη αύξηση των ελληνικών επιτοκίων προκειμένου οι καταθέτες να διατηρήσουν τα χρήματά τους στη χώρα. Αν αυτό δεν γίνει γρήγορα, η φυγή των καταθέσεων εκτός Ελλάδας θα κλιμακωθεί και η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί στο τέλος να επιβάλει το πάγωμα των καταθέσεων ή και κεφαλαιακούς ελέγχους. Αλλά κάθε τέτοια κίνηση θα οδηγήσει σε κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και ενδεχομένως σε τεράστια μόλυνση που θα επηρεάσει την Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ιταλία.

Αν οι Ευρωπαίοι πολιτικοί δεν αναγνωρίσουν ότι η φυγή των καταθέσεων και η συνεχιζόμενη υπερβολική ιδιωτική κατανάλωση αντιπροσωπεύουν τους πραγματικούς κινδύνους στο πρόγραμμα προσαρμογής της Ελλάδας, μπορεί σύντομα να κληθούν να αντιμετωπίσουν μια άλλη κρίση – που είναι δύσκολο να φανταστούμε σήμερα – ακόμα μεγαλύτερων διαστάσεων.


Ο Ντάνιελ Γκρος είναι διευθυντής του European Policy Studies. 

Πηγή: banksnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου