10/8/12

Τα εγκλήματα που ανατρίχιασαν την ελληνική κοινή γνώμη


«Συγκλονίζει το Πανελλήνιο», «έγκλημα ιδιαιτέρως ειδεχθές» και πολλοί άλλοι χαρακτηρισμοί πλημμυρίζουν τον Τύπο όταν αποκαλύπτονται εγκλήματα, τα οποία η κοινή γνώμη θεωρεί ότι δεν μπορεί να τα «συλλάβει ανθρώπου νους». 
Και, όμως, στην Ελλάδα έχουμε συχνά συγκλονιστεί από εγκλήματα (με τελευταίο αυτό στη Σαντορίνη) και εγκληματίες, οι οποίοι παρά το πλούσιο ελληνικό λεξιλόγιο δεν μπορούν να περιγραφούν παρά μόνο από τον χαρακτηρισμό «ανθρωπόμορφο τέρας». 
Δεν είναι μόνο η δολοφονία αλλά και ο τεμαχισμός των πτωμάτων που φανερώνει μίσος ή και πάθος στα στυγερά εγκλήματα.

Πάντως από αυτά που συγκλόνισαν το Πανελλήνιο ξεχωρίζουν: η άγρια δολοφονία και ο τεμαχισμός του επιχειρηματία Δημήτρη Αθανασόπουλου από την πεθερά και τη σύζυγό του, η δολοφονία της Ζωής Γαρμάνη, συζύγου του Παναγιώτη Φραντζή, ο βιασμός και η δολοφονία του 6χρονου Νίκου Δουρή από τον ίδιο του τον πατέρα, το πενταπλό έγκλημα στη Θάσο από τον φοιτητή Θεόφιλο Σεχίδη και οι δολοφονίες και οι τεμαχισμοί τριών ιερόδουλων από τον Αντώνη Δαγκλή.


Ο ΠΑΙΔΟΚΤΟΝΟΣ Μ. ΔΟΥΡΗΣ
Ομολογεί ότι βίασε και σκότωσε το παιδί του
Πρωτοχρονιά του 1994 η Ελλάδα μένει άφωνη. Ο 40χρονος ελαιοχρωματιστής Μανώλης Δουρής, πατέρας επτά παιδιών, δηλώνει στην αστυνομία την εξαφάνιση του εξάχρονου γιου του Νίκου. Το έγκλημα έγινε στην Ερμιόνη Αργολίδας. Τρεις μέρες μετά ο ίδιος βρίσκει το πτώμα του παιδιού του σε ένα σοκάκι κοντά στο σπίτι του. Λίγο μετά ομολογούσε ότι ήταν ο δράστης του πιο φρικαλέου εγκλήματος που έχει γίνει μέχρι σήμερα στη χώρα. 

Ομολόγησε ότι βίασε και σκότωσε το ίδιο του το παιδί. Στο αστυνομικό τμήμα ομολόγησε ότι αυτός είναι ο δράστης: «Σκοτώστε με αφού σκότωσα», είχε πει τότε. Κι είχε ακόμη εξηγήσει ότι «όλα έγιναν σε μια στιγμή νευρικής κρίσης». «Είμαι ένα μεγάλο κτήνος, αφού κατάφεραν τα χέρια μου με απάνθρωπο τρόπο να κάνουν αυτό που έκαναν. Για μένα δεν έπρεπε να υπάρχει ούτε σωτηρία ούτε λύπηση, μόνο βασανισμός μέχρι να πεθάνω», είχε πει ο ίδιος στον Τύπο. 

Λίγο μετά αναιρεί την ομολογία του και αρχίζει πάλι να υποστηρίζει ότι δεν σκότωσε αυτός το παιδί του. Ο παιδοκτόνος υποστήριξε πως επί χρόνια βασανιζόταν από ασθένεια η οποία του προκαλούσε κρίσεις και θόλωνε το μυαλό του. Μεταφέρθηκε στις φυλακές Τριπόλεως, όπου από την πρώτη στιγμή δέχτηκε επιθέσεις από τους συγκρατούμενούς του. 

Η αυλαία της τραγικής ιστορίας έπεσε δύο χρόνια αργότερα, στις 25 Φεβρουαρίου 1996 όταν ο παιδοκτόνος αυτοκτόνησε. Πήρε το καλώδιο της κεραίας της τηλεόρασης που είχε στο κελί του, μπήκε στο λουτρό και κρεμάστηκε από το ντους. Οι φύλακες, προς στιγμήν, όταν δεν τον είδαν, ανησύχησαν μήπως δραπέτευσε. Και ίσως έτσι να έγινε. Στο λουτρό βρήκαν μόνο το άψυχο κορμί του.


ΑΝΤ. ΔΑΓΚΛΗΣ
Τρεις ιερόδουλες «έσβησαν» από τα χέρια του
Τον Ιανουάριο του 1996 η αποκάλυψη του Αντώνη Δαγκλή ως του δολοφόνου με το άσπρο φορτηγάκι που βίαζε, σκότωνε και, σε κάποιες περιπτώσεις, διαμέλιζε ιερόδουλες συντάραξε την ελληνική κοινωνία. 
Ο 22χρονος δολοφόνησε τρεις ιερόδουλες, τις οποίες και τεμάχισε μέσα στο φορτηγάκι, ενώ αποπειράθηκε να δολοφονήσει και άλλες, ενώ παράλληλα διέπραττε και ληστείες. 

Στις 29 Οκτωβρίου 1995 ανακαλύφθηκε στην περιοχή κοντά στα διόδια της Τραγάνας το τεμαχισμένο πτώμα της 29χρονης ιερόδουλης Ελένης Παναγιωτοπούλου. 
Τα κομμένα μέλη είχαν σκορπιστεί σε διάφορα σημεία της περιοχής, ενώ το συγκλονιστικότερο στοιχείο ήταν πως ο δολοφόνος είχε αφαιρέσει τα σπλάχνα και είχε κόψει τις θηλές από τους μαστούς του θύματος. 

Σχεδόν δύο μήνες μετά, το μεσημέρι των Χριστουγέννων στην περιοχή του Βοτανικού διερχόμενοι διαβάτες ανακάλυψαν το πτώμα της 26χρονης ιερόδουλης Αθηνάς Λαζάρου. 
Στις 24 Ιανουαρίου 1996 ύστερα από παρακολούθηση οι αστυνομικοί τον συνέλαβαν την ώρα που βρισκόταν στο λευκό φορτηγάκι. Στο εσωτερικό του, στο οποίο είχε τοποθετηθεί ένα παλιό στρώμα από αφρολέξ και υπήρχε κι ένα κουτί με εργαλεία, βρέθηκε ο σταυρός που φορούσε η ιερόδουλη Ελένη Παναγιωτοπούλου. 

Στην απολογία του ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικός. Περιγράφοντας τη δολοφονία της Ε. Παναγιωτοπούλου, κατέθεσε: 
«Τα χέρια και τα πόδια τα πέταξα μέσα στη θάλασσα, το υπόλοιπο σώμα, όπως το είχα δεμένο στις σακούλες, το άφησα έξω από τη θάλασσα κοντά στον τοίχο του πάρκινγκ, εκτός από τα εντόσθια και τα έντερα, που τα έβγαλα και τα άφησα στον χώρο που τεμάχισα το πτώμα». 

Οταν πλέον είχαν αποκαλυφθεί οι δύο δολοφονίες, ο δράστης ομολόγησε και την τρίτη που είχε διαπράξει μερικά χρόνια πριν. 
Το έγκλημα το διέπραξε όταν ήταν σε ηλικία 18 χρόνων σε βάρος αλλοδαπής ιερόδουλης, την οποία είχε συναντήσει τον Οκτώβρη του 1992 στην οδό Σέκερη στο Κολωνάκι. 

Την επιβίβασε σε κλεμμένο αυτοκίνητο, την οδήγησε στην περιοχή του Καρέα και, αφού τη στραγγάλισε, την τεμάχισε. Μέλη του πτώματός της είχαν βρεθεί το 1992 έξω από το Πολεμικό Μουσείο και δύο μέρες νωρίτερα στον Βοτανικό. 
Δεκατρείς φορές ισόβια ήταν η ετυμηγορία των δικαστών, την οποία άκουσε ψύχραιμος. 
Εναν χρόνο αργότερα βρέθηκε απαγχονισμένος στο κελί 33 του Ψυχιατρείου των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού.


ΥΠΟΘΕΣΗ ΦΡΑΝΤΖΗ
Τεμάχισε τη γυναίκα του σε 16 κομμάτια
Το βράδυ της Τετάρτης 24 Ιουνίου 1987 ο Παναγιώτης Φραντζής, φοιτητής στην ΑΣΟΕ, επέστρεφε με τη 18χρονη σύζυγό του Ζωή Γαρμάνη στο σπίτι τους στα Κάτω Πατήσια. Αυτή επέμενε να παρατείνουν τη νυχτερινή τους έξοδο, αυτός επέμενε να επιστρέψουν. 
Η διαφωνία τους εξελίχθηκε σε μεγάλο καβγά, κατά τη διάρκεια του οποίου η σύζυγός του του είπε: 
«Είσαι ανίκανος, εγώ φταίω που σε παντρεύτηκα». Η φράση αυτή του έθιξε τον εγωισμό και πιάστηκαν στα χέρια. «Κάποια στιγμή την έσπρωξα καθώς παλεύαμε και έπεσε με το πίσω μέρος του κεφαλιού της στην κάτω γωνιά του κρεβατιού. Εμεινε ακίνητη. 
Οταν άρχισα να συνέρχομαι από την έξαλλη κατάσταση που βρισκόμουν, τα έχασα, δεν ήξερα τι να κάνω. 
Για μισή ώρα την έβλεπα και την ξανάβλεπα, έχοντας τα λογικά μου τελείως χαμένα. Κανένας δεν θα πίστευε ότι πέθανε επάνω στον καβγά», περιέγραψε ο ίδιος στην απολογία του. 

Τότε πήρε την απόφαση, η οποία γι αυτόν -όπως υποστήριξε- ήταν μονόδρομος. Από τις 3.30 τα ξημερώματα μέχρι τις 7 το πρωί, χρησιμοποιώντας ένα κρητικό μαχαίρι που ήταν σουβενίρ και ένα σφυρί, τεμάχισε τη σύζυγό του σε 16 κομμάτια. 
Τοποθέτησε τα εννέα κομμάτια του κορμού του άψυχου σώματος σε πλαστικές σακούλες και στις 8.15 το πρωί, αφού άφησε τα περισσότερα κομμάτια στον κάδο απορριμμάτων που βρισκόταν λίγα μέτρα από την είσοδο της πολυκατοικίας του, μπήκε στο αυτοκίνητό του και λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω πέταξε και τις σακούλες με το κεφάλι και τα λοιπά μέλη! 

Λίγες ώρες αργότερα ο συλλέκτης Κώστας Βουζίκης, ψάχνοντας στους κάδους της γειτονιάς για γραμματόσημα σε φακέλους αλληλογραφίας, ανακάλυψε τη μία από τις σακούλες και ειδοποίησε την αστυνομία. 
Το κεφάλι της δολοφονημένης συζύγου βρέθηκε στη γωνία των οδών Πιπίνου και Αχαρνών, ωστόσο ήταν τόσο κακοποιημένο που δεν ήταν δυνατό να αναγνωριστεί. 

Το στοιχείο που οδήγησε στη διαλεύκανση του εγκλήματος ήταν μια απόδειξη από κρεοπωλείο που βρέθηκε μέσα στις πλαστικές σακούλες. Ο κρεοπώλης θυμήθηκε όλους τους πελάτες του κι ανάμεσα τους τον Τάκη Φραντζή, ο οποίος εκείνο το απόγευμα παραδόθηκε στις Αρχές. Το κίνητρο, όπως ειπώθηκε, ήταν η παθολογική ζήλια του 27χρονου, τότε, Παναγιώτη Φραντζή, προς τη σύζυγό του.


Θ. ΣΕΧΙΔΗΣ
Ξεκλήρισε και έκοψε με πριόνι την οικογένειά του
Δύο ολόκληρες μέρες σκότωνε και τεμάχιζε τα μέλη της οικογένειάς του ο 24χρονος φοιτητής της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θεόφιλος Σεχίδης. Στις 19 και 20 Μαϊου 1996 ο δράστης δολοφόνησε τον 55χρονο πατέρα του Δημήτρη, την 50χρονη μητέρα του Ελένη, την 32χρονη αδελφή του Ερμιόνη, την 75χρονη γιαγιά του Ερμιόνη και τον θείο του Βασίλη Σεχίδη 57 χρόνων. 

Μεθοδικά έκοψε τα σώματα των συγγενών του και τα μοίρασε σε σακούλες, για να τα πετάξει, τα μετέφερε με το αυτοκίνητό του με φεριμπότ στην Καβάλα, όπου και τα εξαφάνισε σε σκουπιδότοπο. Χρησιμοποίησε πριόνι, ενώ -όπως είπε- κράτησε τα μυαλά τους στο ψυγείο για... μελλοντική χρήση. Βρέθηκε μόνο το πτώμα του θείου του σε δασική περιοχή και χαράδρα βάθους δέκα μέτρων στον Λιμένα της Θάσου. Τα πτώματα των άλλων τεσσάρων θυμάτων του θάφτηκαν για πάντα στη χωματερή της Νέας Καρβάλης, έξω από την Καβάλα. 

Ο Θεόφιλος Σεχίδης εντοπίστηκε στο ιδιόκτητο διαμέρισμα της οικογένειάς του στη Θεσσαλονίκη. Στο αυτοκίνητό του βρέθηκαν τα φονικά όργανα. Ψύχραιμος, αμετανόητος και παραστατικότατος ο δράστης έκανε στη Θάσο την αναπαράσταση των άγριων εγκλημάτων του. 

«Τους ξέκανα πριν με ξεκάνουν», επέμενε και αποφάνθηκε: «Ηταν όλοι άρρωστοι. Μόνο εγώ ήμουν καλά. Τους σκότωνα έναν έναν για να τους κάνω καλά», υποστήριξε, καθώς όπως πίστευε η οικογένειά του του έκανε ψυχολογικό πόλεμο επειδή, όπως ο ίδιος πίστευε, η σύζυγος του πατέρα του δεν ήταν η πραγματική του μητέρα.


ΤΟ «ΕΓΚΛΗΜΑ» ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ
Πεθερά και ανιψιός σκοτώνουν τον Αθανασόπουλο
«Στου Χαροκόπου τα στενά, μια μικροπαντρεμένη/Εσκότωσε τον άντρα της βρε η δαιμονισμένη. Στον ύπνο που κοιμότανε, μάνα και θυγατέρα, Εβάλανε τον ανιψιό και του ρίξε τη σφαίρα». Το ρεμπέτικο τραγούδι, σε στίχους Ιάκωβου Μοντανάρη και μουσική Μάρκου Βαμβακάρη, αφορά την πραγματική ιστορία του επιχειρηματία Δημήτρη Αθανασόπουλου. 

Ο μεγαλοεργολάβος Αθανασόπουλος δολοφονήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1931 στον ύπνο του, από την πεθερά του Αρτεμις Κάστρου και τον ανιψιό της Δημήτρη Μοσκιό, με τη βοήθεια της γυναίκας του Φούλας Αθανασοπούλου και της υπηρέτριας του σπιτιού. 
Δύο μέρες πριν ο Δημήτρης Αθανασόπουλος, εργολάβος, βίαζε παρά φύσει τη σύζυγό του Φούλα. Είχε αγανακτήσει με τη γυναίκα του που του αρνιόταν κάτι που άλλες του έδιναν πρόθυμα. Ο Αθανασόπουλος, κατά πάσα πιθανότητα, διατηρούσε σχέση με τη μητέρα της, Αρτεμις Κάστρου. 

Η Κάστρου φέρεται να αποφάσισε την εκτέλεση του Αθανασόπουλου χωρίς να ενημερώσει την κόρη της. Συνεργός της ήταν ο 18χρονος Δημήτρης Μοσκιός, εξάδελφος της Φούλας και πιθανώς ερωτοχτυπημένος μαζί της, όμως και «διανοητικά ασταθής». 
Πεθερά και εξάδελφος βρίσκουν τον Αθανασόπουλο να κοιμάται στο σπίτι του στου Χαροκόπου. Ο Μοσκιός τον πυροβολεί και τον σκοτώνει. Η Φούλα παρακολουθεί, χωρίς να συμμετέχει, αλλά και χωρίς να παρεμποδίζει το έγκλημα. 

Με παρότρυνση της Κάστρου και με τη βοήθεια της 38χρονης Γιαννούλας Μπέλλου, υπηρέτριας του σπιτιού, βάζουν φωτιά στο πτώμα. Ο καπνός και η έντονη μυρωδιά, όμως, τις αναγκάζουν να σταματήσουν. 
Το πτώμα τεμαχίζεται, γίνεται πακέτα και παραδίδεται στον Σπύρο Μαγουλόπουλο, έναν από τους πολλούς θαυμαστές της 25χρονης Φούλας, με την υπόδειξη να το ξεφορτωθεί. Αυτός τα δίνει στον καραγωγέα Γιώργο Κορναράκη, με την εντολή να τα πετάξει στο ρέμα του Ιλισού, για να ανακαλυφθούν μερικές μέρες αργότερα τυχαία από κάποιον περαστικό. 

Το γεγονός είχε προκαλέσει τεράστια εντύπωση και αναστάτωση στην εποχή του και χαρακτηρίστηκε «έγκλημα του αιώνα», αφού ήταν το πρώτο -τουλάχιστον επίσημα καταγραμμένο- έγκλημα τέτοιου είδους. Το 2001 κυκλοφόρησε βιβλίο για την υπόθεση γραμμένο από τον δημοσιογράφο Τάσο Κοντογιάννη, προκαλώντας δικαστική διαμάχη με τους απογόνους της Φούλας.